Αν θέλει κανείς να καταλάβει την κρητική ψυχή με έναν μόνο στίχο, αυτός είναι ο δεκαπεντασύλλαβος με ομοιοκαταληξία. Το ίδιο μέτρο που έχτισε το μεγαλύτερο έργο της κρητικής λογοτεχνίας, τον Ερωτόκριτο, ζει σήμερα στο στόμα κάθε Κρητικού ως μαντινάδα. Δεν είναι σύμπτωση: είναι η ίδια παράδοση, από τα σαλόνια της Βενετοκρατίας ως το γλέντι του χωριού.
Από πού ήρθε η ομοιοκαταληξία
Το «πολιτικό» δεκαπεντασύλλαβο μέτρο είναι βυζαντινό και πανελλήνιο. Αυτό που πρόσθεσε η Κρήτη ήταν η δυτική ομοιοκαταληξία: τον 15ο αιώνα, υπό βενετική κυριαρχία, η τελική ρίμα ενώθηκε με τον προϋπάρχοντα δεκαπεντασύλλαβο. Αυτό ακριβώς το μοντέλο του ομοιοκατάληκτου δίστιχου έγινε στη συνέχεια η δομική μονάδα των λογοτεχνικών έργων της Κρητικής Αναγέννησης του 16ου και 17ου αιώνα — και της καθημερινής μαντινάδας μέχρι σήμερα.
Η μαντινάδα
Η μαντινάδα είναι ένα δίστιχο: δύο στίχοι των δεκαπέντε συλλαβών, που ομοιοκαταληκτούν και κλείνουν ένα ολοκληρωμένο, αυτοτελές νόημα. Λέγεται και φτιάχνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλη την Κρήτη και ήταν δημοφιλής και στα νότια Δωδεκάνησα.
Δεν είναι απλώς κείμενο· είναι επιτελεστική πράξη. Η μαντινάδα τραγουδιέται, αυτοσχεδιάζεται, απαντά σε άλλη μαντινάδα — γίνεται διάλογος, πρόκληση, ερωτικό μήνυμα ή πένθος. Τα θέματά της καλύπτουν ολόκληρη τη ζωή:
- ο έρωτας και ο πόθος — το πιο κοινό θέμα·
- η ξενιτιά και ο αποχωρισμός — που μιλά κατευθείαν στην καρδιά της διασποράς·
- ο θάνατος και ο θρήνος για τους χαμένους·
- το πείραγμα και η σάτιρα, η σοφία και η συμβουλή.
Όταν δύο μαντιναδολόγοι αναμετρώνται αυτοσχεδιάζοντας, η μονομαχία λέγεται μαντιναδομαχία. Στην ανατολική και κεντρική Κρήτη ο αυτοσχεδιασμός παίρνει συχνά τη μορφή των κοντυλιών — μικρών μελωδικών μοτίβων πάνω στα οποία «δένει» ο στίχος. Η αξία ενός καλού μαντιναδολόγου μετριέται στην ικανότητά του να φτιάχνει τον σωστό στίχο τη σωστή στιγμή — σε γάμο, βάφτιση, γλέντι ή κηδεία.
Ο Ερωτόκριτος
Στην κορυφή αυτής της παράδοσης στέκει ο Ερωτόκριτος: ένα έμμετρο μυθιστόρημα 10.012 ομοιοκατάληκτων δεκαπεντασύλλαβων στίχων, γραμμένο στην κρητική διάλεκτο — συγκεκριμένα στο ανατολικό ιδίωμα της Σητείας.
Συγγραφέας του ο Βιτσέντζος Κορνάρος (1553–1613/14), γόνος βενετοκρητικής αρχοντικής οικογένειας, μέλος της λογοτεχνικής Ακαδημίας των Stravaganti που είχε ιδρύσει ο αδελφός του Ανδρέας. Οι περισσότεροι μελετητές τοποθετούν τη σύνθεση του έργου ανάμεσα στο 1590 και το 1610.
Η ιστορία σε πέντε μέρη
Το ποίημα είναι χτισμένο σε πέντε μέρη:
- Ο έρωτας. Ο Ερωτόκριτος, γιος συμβούλου του βασιλιά της Αθήνας Ηρακλή, ερωτεύεται την κόρη του, την Αρετούσα. Μην μπορώντας να αποκαλυφθεί, της τραγουδά κρυφά κάτω από το παράθυρό της τις νύχτες· σιγά σιγά εκείνη ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή.
- Η κονταρομαχία. Ο βασιλιάς διοργανώνει γκιόστρα (ιπποτικό αγώνα)· ο Ερωτόκριτος νικά αρχοντόπουλα απ’ όλο τον γνωστό κόσμο.
- Ο κρυφός αρραβώνας και η εξορία. Το ζευγάρι συναντιέται κρυφά· όταν ο Ερωτόκριτος ζητά την Αρετούσα, ο οργισμένος βασιλιάς τον εξορίζει.
- Ο πόλεμος και η φυλάκιση. Ξεσπά πόλεμος με τους Βλάχους· ο Ερωτόκριτος επιστρέφει μεταμφιεσμένος, σώζει το βασίλειο, ενώ η Αρετούσα φυλακίζεται γιατί αρνείται άλλον γαμπρό.
- Η δοκιμασία και ο θρίαμβος. Αγνώριστος, ο Ερωτόκριτος δοκιμάζει την πίστη της Αρετούσας· όταν τελικά αναγνωρίζεται, ο έρωτας θριαμβεύει και το ζευγάρι στέφεται.
Πρότυπα και επιρροή
Βασικό λογοτεχνικό πρότυπο του Κορνάρου ήταν η γαλλική μεσαιωνική ιπποτική ιστορία Paris et Vienne (τυπωμένη το 1487), με επιπλέον επιρροή από τον Orlando Furioso του Αριόστο. Το έργο πρωτοτυπώθηκε στη Βενετία το 1713· σώζεται χειρόγραφο του 1710 στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, ενώ η πρώτη σύγχρονη επιστημονική έκδοση εμφανίστηκε το 1915.
Η αρετή κι η φρόνεψη, οπού ’ν’ αλήθεια ντουσμάνοι
της τύχης και του ριζικού, ποτέ δεν τους πειράζει.
Η επιρροή του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση είναι τεράστια: τον θαύμασαν και τον επικαλέστηκαν ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σεφέρης. Ταυτόχρονα παρέμεινε λαϊκό ανάγνωσμα, αποστηθισμένο και τραγουδισμένο — ο δεσμός του με την κρητική μουσική και τη μαντινάδα δεν διακόπηκε ποτέ.
Μια Αναγέννηση σε ένα νησί
Ο Ερωτόκριτος δεν ήταν μεμονωμένο φαινόμενο. Στη βενετική Κρήτη άνθησε μια ολόκληρη λογοτεχνία στην κρητική διάλεκτο, ως απάντηση στο ερέθισμα της ιταλικής Αναγέννησης:
- η τραγωδία Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτση·
- το θρησκευτικό δράμα Η Θυσία του Αβραάμ·
- η ποιμενική Πανώρια και η κωμωδία Κατζούρμπος, επίσης του Χορτάτση·
- ιντερμέδια και άλλα έργα του «κρητικού θεάτρου».
Είναι η περίοδος που η μελέτη του David Holton, Literature and Society in Renaissance Crete (Cambridge, 1991), ανέδειξε ως μία από τις πιο γόνιμες στιγμές του ελληνικού πολιτισμού.
Όταν λοιπόν σ’ ένα κρητικό γλέντι στην Ευρώπη ακούγεται μια μαντινάδα, ακούγεται μαζί της και ο απόηχος του Κορνάρου — πεντακόσια χρόνια ομοιοκαταληξίας σε έναν μόνο στίχο.