Γλώσσα

Η γλώσσα του Ερωτόκριτου: η κρητική διάλεκτος και η επιβίωσή της

Το τσιτακισμό, οι βενετσιάνικες λέξεις, το «ίντα» και το «απάντεχα» — η κρητική διάλεκτος είναι από τις πιο ζωντανές της ελληνικής. Πώς γεννήθηκε, γιατί ανθεί ακόμη, και τι κινδυνεύει στη διασπορά.

Ένας Κρητικός που ρωτά «ίντα κάνεις;» αντί για «τι κάνεις;» δεν μιλάει «λάθος» ελληνικά — μιλάει μια από τις πιο διακριτές και ιστορικά πλούσιες διαλέκτους της ελληνικής γλώσσας. Η κρητική διάλεκτος είναι η ίδια γλώσσα στην οποία γράφτηκε ο Ερωτόκριτος, και ακούγεται ακόμη σήμερα σε κάθε κρητικό χωριό — και σε κάθε σύλλογο της διασποράς.

Τι την κάνει ξεχωριστή

Η κρητική διάλεκτος έχει χαρακτηριστικά που την ξεχωρίζουν αμέσως:

  • Τσιτακισμός και «κρητικού τύπου» ουράνωση: τα κ, χ, γ πριν από ε, ι προφέρονται αλλιώς — το «καί» γίνεται «τσαί», το «κερί» «τσερί». Είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο γνώρισμα του κρητικού λόγου.
  • Βενετσιάνικες και ιταλικές λέξεις, κατάλοιπο τεσσάρων αιώνων Βενετοκρατίας: πόρτα, σκάλα, τσιμινιέρα, ντάμα — και εκατοντάδες άλλες.
  • Αρχαϊκό λεξιλόγιο που η νησιωτική απομόνωση διατήρησε: λέξεις και τύποι που στην υπόλοιπη Ελλάδα χάθηκαν, στην Κρήτη επιβίωσαν.
  • Χαρακτηριστικές λέξεις-«ταυτότητες»: ίντα (τι), απάντεχα (ξαφνικά), κοπελιά (κορίτσι), μπλιο (πια).

Από τα μεσαιωνικά έγγραφα στην Αναγέννηση

Η διάλεκτος άρχισε να διαφοροποιείται από τα ελληνικά της ηπείρου ήδη από τα τέλη του Μεσαίωνα. Το αποκορύφωμά της ήρθε με την Κρητική Αναγέννηση (16ος–17ος αι.): ο Κορνάρος στον Ερωτόκριτο, ο Χορτάτσης στην Ερωφίλη, καλλιέργησαν συνειδητά μια «καθαρή» κρητική λογοτεχνική γλώσσα, δίνοντας στη διάλεκτο κύρος γραπτού λόγου — κάτι σπάνιο για τοπικό ιδίωμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ακαδημία Αθηνών κατατάσσει την κρητική, κατ’ εξαίρεση, ως «διάλεκτο» και όχι απλό «ιδίωμα»: η ιστορική της συνέχεια και η λογοτεχνική της παράδοση της δίνουν ξεχωριστή θέση. Ο γλωσσολόγος Νικόλαος Κοντοσόπουλος την τεκμηρίωσε στις κλασικές του ταξινομήσεις, ενώ το Λεξικό της Κρητικής Διαλέκτου του Αντωνίου Ξανθινάκη (Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου) κατέγραψε τον θησαυρό της.

Ζωντανή — αλλά όχι δεδομένη

Σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές διαλέκτους που υποχώρησαν, η κρητική παραμένει ζωντανή: μιλιέται καθημερινά, τραγουδιέται στις μαντινάδες, ακούγεται στα μέσα. Ακόμη και η ιδιαίτερη μελωδία (ο επιτονισμός) του κρητικού λόγου φέρει, σύμφωνα με πρόσφατη ακουστική έρευνα, ίχνη της μακράς επαφής με τη βενετσιάνικη γλώσσα.

Στη διασπορά, όμως, εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Η δεύτερη και τρίτη γενιά στη Γερμανία, το Βέλγιο ή την Ελβετία συχνά καταλαβαίνει την κρητική αλλά δεν τη μιλά· η διαγενεακή απώλεια της γλώσσας είναι από τις πιο σιωπηλές απειλές για την ταυτότητα. Κι όμως, η γλώσσα είναι ο πιο βαθύς φορέας του πολιτισμού: μαζί της ταξιδεύουν οι μαντινάδες, τα παραμύθια, τα πειράγματα, ο τρόπος σκέψης.

Γι’ αυτό ο ρόλος των σωματείων είναι κρίσιμος: κάθε φορά που ένα παιδί στη διασπορά μαθαίνει να λέει «ίντα κάνεις;», δεν μαθαίνει απλώς μια λέξη — κρατά ζωντανό έναν ολόκληρο κόσμο.