Μουσική

Η κρητική μουσική: λύρα, λαούτο και τα όργανα του νησιού

Τα όργανα της κρητικής μουσικής — λύρα, λαούτο, βιολί, μπουλγαρί, ασκομαντούρα — τα ριζίτικα των βουνών και οι δάσκαλοι που τα κράτησαν ζωντανά. Η ιστορία ενός ζωντανού πολιτισμού, με όσα λέει και όσα δεν λέει ο θρύλος.

Δεν υπάρχει κρητικό γλέντι χωρίς μουσική, και δεν υπάρχει κρητική μουσική χωρίς τον διάλογο της λύρας με το λαούτο. Η μικρή, αχλαδόσχημη λύρα που ακουμπά όρθια στο γόνατο κρατά τη μελωδία· το μακρύλαιμο λαούτο απαντά, δίνει ρυθμό και αρμονία. Γύρω τους χτίστηκε ένας ολόκληρος κόσμος — χοροί, μαντινάδες, ριζίτικα — που τα σωματεία της διασποράς κρατούν ζωντανό σε όλη την Ευρώπη.

Πίσω όμως από τις βεβαιότητες κρύβεται μια ιστορία πιο σύνθετη και πιο ενδιαφέρουσα απ’ ό,τι λέει ο θρύλος.

Τα όργανα της Κρήτης

Η κρητική «κομπανία» δεν είναι μόνο λύρα και λαούτο. Είναι μια ολόκληρη οικογένεια οργάνων, με διαφορετική καταγωγή το καθένα:

  • Λύρα. Το αχλαδόσχημο τρίχορδο όργανο, παιγμένο όρθιο στο γόνατο με δοξάρι (το δοξάρι). Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: το αριστερό χέρι δεν πιέζει τις χορδές πάνω στον βραχίονα, αλλά τις ακουμπά πλάγια με τα νύχια. Παλιότερα οι χορδές ήταν από έντερο ζώου και στο δοξάρι κρέμονταν κουδουνάκια, τα γερακοκούδουνα, που έδιναν ρυθμό καθώς κινούνταν.
  • Λαούτο. Νυχτό όργανο με τέσσερα ζεύγη μεταλλικών χορδών, καταγωγής αραβικής που ήρθε μέσω της αναγεννησιακής Ευρώπης. Τα παλιότερα δυτικοκρητικά λαούτα είχαν κινητά τάστα, που επέτρεπαν και σόλο παίξιμο.
  • Βιολί. Ιταλικής καταγωγής, κυρίαρχο μελωδικό όργανο σε ανατολική και δυτική Κρήτη μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα.
  • Μπουλγαρί. Έγχορδο της οικογένειας του ταμπουρά, με τρεις διπλές χορδές και κινητά τάστα· συνδέεται κυρίως με τα ταμπαχανιώτικα, τα αστικά κρητικά τραγούδια που σμίγουν τον τοπικό ήχο με την παράδοση της Μικράς Ασίας.
  • Ασκομαντούρα. Η κρητική γκάιντα: μια ξύλινη μαντούρα με πέντε τρύπες προσαρμοσμένη σε ασκί από δέρμα ζώου· η χρήση της στην Κρήτη ανάγεται στον 15ο αιώνα.
  • Νταουλάκι. Μικρό τύμπανο που συνόδευε το βιολί ή την τσαμπούνα, παιγμένο με δύο τουμπόξυλα.

Τι είναι παλιό και τι είναι νεότερο

Το λαούτο και το βιολί είναι, σύμφωνα με τη μουσικολογική έρευνα, τα παλαιότερα μελωδικά όργανα της κρητικής μουσικής· έφτασαν μέσα από τα αστικά κέντρα την περίοδο της Βενετοκρατίας (1211–1669) και μαρτυρούνται σε κρητικά κείμενα του 16ου και 17ου αιώνα.

Η λύρα ως τοξωτό όργανο έχει βαθιές ρίζες: θεωρείται ο πιο ζωντανός απόγονος της μεσαιωνικής βυζαντινής λύρας. Η σημερινή όμως κρητική λύρα —τρίχορδη, αχλαδόσχημη, κουρδισμένη σε διαδοχή ρε–λα–μι— πήρε τη μορφή της μόλις στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ως υβρίδιο του παλιού «λυρακιού» με το βιολί (η «βιολόλυρα» εμφανίστηκε γύρω στο 1920, η «κοινή λύρα» στη δεκαετία του 1940). Γι’ αυτό οι μουσικολόγοι υπενθυμίζουν κάτι που ξαφνιάζει: η εικόνα της λύρας ως του «αυθεντικού, αρχαίου» και μοναδικού κρητικού οργάνου είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή των μέσων του 20ού αιώνα. Αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία της — μας βοηθά όμως να δούμε τη μουσική μας ως ζωντανή παράδοση που πάντα αφομοίωνε επιρροές, ανατολικές και δυτικές.

Η απαγόρευση του βιολιού — 1955

Το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο αυτής της ιστορίας: στις 15 Φεβρουαρίου 1955, εντολή που συνδέεται με τον μουσικολόγο και στέλεχος του κρατικού ραδιοφώνου Σίμωνα Καρά απαγόρευσε τη μετάδοση του βιολιού από τον ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων, αποκλείοντάς το ουσιαστικά από την επίσημα αναγνωρισμένη «κρητική μουσική». Η μετάδοση ξανάρχισε μόλις το 1983.

Κι όμως, πριν από την απαγόρευση, το βιολί — όχι η λύρα — ήταν το κυρίαρχο μελωδικό όργανο στη Δυτική Κρήτη (στον νομό Χανίων, πλην του Αποκόρωνα). Από περίπου 120 καταγεγραμμένους Χανιώτες μουσικούς, μόλις 11 ήταν λυράρηδες. Ο ίδιος ο μεγάλος λυράρης Θανάσης Σκορδαλός μαρτύρησε ότι πριν από το 1947 η μουσική του Ηρακλείου ήταν σχεδόν αποκλειστικά βιολιστική — κι ας υποστήριζε αργότερα δημόσια ότι η κρητική μουσική «μόνο με λύρα και λαούτο» παίζεται.

Τα ριζίτικα

Στα βουνά της Δυτικής Κρήτης (νομός Χανίων) ζει η αρχαιότερη μορφή κρητικού τραγουδιού: τα ριζίτικα — τραγούδια «της ρίζας», δηλαδή των πρόποδων των Λευκών Ορέων. Είναι αργά, αφηγηματικά τραγούδια, που τα λέει αντρική σόλο φωνή με χορωδία να επαναλαμβάνει τους στίχους, χωρίς όργανα και σε ελεύθερο ρυθμό.

Η παράδοση τα χωρίζει σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

  • τα «της τάβλας» — τραγουδιούνται καθιστοί γύρω από το τραπέζι του γλεντιού, πάνω σε πολλές διαφορετικές μελωδίες·
  • τα «της στράτας» — τραγουδιούνται καθ’ οδόν, από ανθρώπους που βαδίζουν, συνήθως πάνω σε μία μελωδία.

Σώζονται περίπου 35 γνωστές μελωδίες. Στην αρχή τέτοιων γλεντιών και στο τέλος κάθε ριζίτικου τραγουδιούνται μαντινάδες. Ριζίτικου τύπου τραγούδια καταγράφηκαν από μοναχούς στα μοναστήρια των Ιβήρων και του Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος ήδη τον 17ο αιώνα — γι’ αυτό θεωρούνται από τα αρχαιότερα καταγεγραμμένα ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Ένας νησιωτικός «κανόνας» ριζίτικων διαμορφώθηκε όμως κυρίως τον 20ό αιώνα — και καθοριστική ήταν μια εμπορικά επιδραστική ηχογράφηση των αρχών της δεκαετίας του 1970 σε ενορχήστρωση Γιάννη Μαρκόπουλου, με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη.

Οι δάσκαλοι και οι μεγάλες φωνές

Πάνω σε αυτά τα όργανα χτίστηκε μια παράδοση δεξιοτεχνών. Ο Ανδρέας Ροδινός (1912–1934), λυράρης από το Ρέθυμνο, έγινε θρύλος αν και πέθανε μόλις 21 ετών. Ο Κώστας Μουντάκης (1926–1991) ίδρυσε το πρώτο σχολείο λύρας στο Ηράκλειο (1979) και δίδαξε γενιές μουσικών, ενώ ο Θανάσης Σκορδαλός (1920–1998) άφησε πάνω από 150 ηχογραφήσεις. Χάρη σε αυτούς παγιώθηκε ένα κοινό, νησιωτικό ρεπερτόριο.

Η πιο γνωστή φωνή της Κρήτης παραμένει ο Νίκος Ξυλούρης (1936–1980) από τα Ανώγεια: με τα άλμπουμ Ριζίτικα (1971, ενορχήστρωση Γιάννη Μαρκόπουλου) και Ερωτόκριτος (1976) πέρασε το κρητικό τραγούδι στο πανελλήνιο κοινό, ενώ η εμφάνισή του στο Πολυτεχνείο (1973) τον έκανε σύμβολο αντίστασης. Από την ίδια οικογένεια των Ανωγείων ξεχώρισαν και ο λυράρης Ψαραντώνης, ο λαουτιέρης Ψαρογιάννης και σήμερα ο Ψαρογιώργης (Xylouris White).

Μια ζωντανή παράδοση

Παράλληλα με την «ορεινή» παράδοση, στα αστικά κέντρα άνθησαν τα ταμπαχανιώτικα — κρητικά ρεμπέτικα με μπουλγαρί και επιρροές από τη Μικρά Ασία. Και σήμερα η παράδοση δεν στέκεται: ο Ross Daly ηχογράφησε μια προσωπική ανάγνωση του Ερωτόκριτου (2004), σχήματα όπως οι Χαΐνηδες ανανέωσαν το κρητικό τραγούδι, και ο διάλογος λύρας–λαούτου συνεχίζεται σε νέες, ακόμη και ηλεκτρικές, μορφές.

Αυτό ακριβώς κάνουν και τα σωματεία μας: δεν συντηρούν μια ταριχευμένη παράδοση, αλλά τη ζωντανεύουν — όπως πάντα γινόταν.