Ρωτήστε έναν Κρητικό τι είναι «παραδοσιακό» και η απάντηση θα έρθει αμέσως: η βράκα, το μαύρο σαρίκι, η λύρα, το πεντοζάλι — πράγματα που «πάντα» υπήρχαν. Κι όμως, όσο σκάβει κανείς στις πηγές, τόσο πιο σύνθετη γίνεται η εικόνα. Πολλά από αυτά που θεωρούμε αρχέγονα είναι στην πραγματικότητα αρκετά νεότερα — και αυτό, όπως θα δούμε, δεν είναι κακό νέο.
Τρία παραδείγματα
Η λύρα. Η εικόνα της τρίχορδης λύρας ως του «αυθεντικού, αρχαίου» κρητικού οργάνου είναι σε μεγάλο βαθμό κατασκευή των μέσων του 20ού αιώνα. Για μεγάλο μέρος της Κρήτης — και ιδίως στη Δύση — το κυρίαρχο μελωδικό όργανο ήταν το βιολί, μέχρι που μια κρατική ραδιοφωνική απαγόρευση το 1955 το έσπρωξε στο περιθώριο της «επίσημης» κρητικής μουσικής. Η σημερινή μορφή της λύρας παγιώθηκε μόλις στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Το σαρίκι. Το μαύρο πλεκτό μεταξωτό σαρίκι, στη μορφή που ξέρουμε, χρονολογείται μόλις στο δεύτερο τέταρτο του 20ού αιώνα. Η δημοφιλής ιστορία ότι τα κρόσσια-«δάκρυα» θρηνούν το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου (1866) είναι μεταγενέστερη απόδοση νοήματος — όμορφη, αλλά όχι η τεκμηριωμένη καταγωγή του αντικειμένου.
Οι χοροί και η φορεσιά. Η έρευνα του κρητικού χορού και της ενδυμασίας —όπως τη συνοψίζει, μεταξύ άλλων, ο ερευνητής Ιωάννης Τσουχλαράκης— δείχνει ότι αρκετά στοιχεία που ο μέσος Κρητικός θεωρεί «πατροπαράδοτα» είναι στην πραγματικότητα νεότερες τυποποιήσεις: ακροβατικές φιγούρες, «στολισμοί» και συμβάσεις των χοροδιδασκαλείων που απέχουν από τον τρόπο που χορευόταν και ντυνόταν ο κόσμος στα χωριά.
Ποιος «φτιάχνει» την παράδοση
Πώς γίνεται μια πρόσφατη επιλογή να μοιάζει αιώνια; Συνήθως μέσα από θεσμούς: το ραδιόφωνο, τα σχολεία χορού, οι δισκογραφικές, τα πανηγύρια, ακόμη και ο τουρισμός. Καθένας τους προβάλλει μια εκδοχή — τη «σωστή» λύρα, το «σωστό» βήμα — και μέσα σε δυο-τρεις γενιές η εκδοχή αυτή γίνεται «η παράδοση». Είναι μια διαδικασία που οι μελετητές συναντούν σε όλους τους λαούς, όχι μόνο στην Κρήτη.
Γιατί αυτό δεν «γκρεμίζει» τίποτα
Θα μπορούσε κανείς να στενοχωρηθεί: «άρα τίποτα δεν είναι γνήσιο;». Ισχύει το αντίθετο. Το να ξεχωρίζουμε το παλιό από το νέο δείχνει ότι η παράδοση είναι ζωντανός οργανισμός — που πάντα άλλαζε, δανειζόταν και επινοούσε. Η βράκα κάποτε ήταν νεωτερισμός· το βιολί ήρθε με τους Βενετούς· η τρίχορδη λύρα είναι «μοντέρνα». Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι λιγότερο κρητικό επειδή έχει ημερομηνία.
Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η αλλαγή — είναι να ξεχάσουμε ότι υπήρξε αλλαγή· να παγώσουμε μια τυχαία στιγμή και να τη βαφτίσουμε «αιώνια Κρήτη».
Αυθεντικότητα = κατανόηση, όχι αντιγραφή
Για τα σωματεία της διασποράς, που διδάσκουν χορό, ράβουν φορεσιές και στήνουν γλέντια μακριά από το νησί, το συμπέρασμα είναι απελευθερωτικό: αυθεντικότητα δεν είναι η πιστή αντιγραφή μιας πόζας, αλλά η κατανόηση του νοήματος. Όταν ξέρουμε γιατί κάτι έγινε όπως έγινε, μπορούμε να το κρατήσουμε ζωντανό χωρίς να το παραμορφώσουμε — και να το παραδώσουμε στην επόμενη γενιά όχι σαν έκθεμα βιτρίνας, αλλά σαν ζωή που συνεχίζεται.